Μην έχοντας τι να κάνω ένα απόγευμα, αποφάσισα να ξαναδιαβάσω ποιήματα που αγαπώ.
Έξω ο ήλιος ήταν ακόμα λαμπερός, τα πουλιά κελαηδούσαν και η ατμόσφαιρα ήταν μυρωμένη. Άνοιξη, βλέπεις· άνθη παντού, και το αεράκι έφερνε στα ρουθούνια μου την αχνή μυρωδιά τους.
Σκέφτηκα τον Νερούδα... και ήρθε στο νου μου ένας στίχος του που αγαπώ πολύ:
"Θέλω να κάνω μαζί σου
αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές".
Ο στίχος αυτός είναι από ένα ποίημα (το 14ο κατά σειρά) που εμπεριέχεται στη δεύτερη συλλογή του Νερούδα "Είκοσι ερωτικά ποιήματα κι ένα τραγούδι χωρίς καμμιάν ελπίδα" ("Veinte poemas de amor y una cacnion deseperada").
Η συλλογή αυτή εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1924, από τις εκδόσεις Nacimiento της Χιλής, κάποια όμως από τα ποιήματα που εμπεριέχονται σε αυτή είχαν δημοσιευτεί ξανά πριν την έκδοση του βιβλίου.
Στην Ελλάδα, η συλλογή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τυπωθήτω/Δάρδανος (2005), σε μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή.
Πόσο το αγαπώ αυτό το ποίημά του! Κάθε άνοιξη το σκέφτομαι πιο έντονα, μου αρέσει να το ξαναθυμάμαι... έτσι λοιπόν, να 'μαι, να το διαβάζω ξανά.
(14)
Όλο παίζεις, εσύ, κάθε μέρα, εσύ,
με το φως του σύμπαντος κόσμου.
Επισκέπτρια συλφίδα των νερών και των κήπων.
Δεν είσαι δε μόνο εκείνη η χρυσή κεφαλή
όπου σαν ανθοδέσμη σφιχτά την κρατάω εγώ
μες στα δυο μου τα χέρια.
Κανενός αλλουνού δεν μοιάζεις εσύ
από τότε που εγώ σε αγάπησα.
Άσε να σε ξαπλώσω σ' ένα στρώμα
από μάηδες κίτρινους κι αγαπανθούς.
Ποιος είν' εκείνος εκεί που γράφει τ' όνομά σου
με ψηφία καπνού στ' αστέρια του Νότου;
Εγώ είμ' εκείνος εκεί που γράφει τ' όνομά σου
με ψηφία καπνού στ' αστέρια του Νότου!
Άσε με... άσε με να σε αναπολήσω όπως ήσουν
προτού ν' ανασπασθείς και βγεις στην ύπαρξη.
Κι ευθύς, δες, αλαλάζει ο άνεμος
και δέρνει τα κλειστά μου παράθυρα.
Ο ουρανός είναι μι' απόχη φίσκα ως απάνου
με ψάρια μαύρα, ανήλιαγα.
Κι εδώ, εδωνά, κοπάζουν όλοι οι άνεμοι, όλοι τους εδωνά.
Και τότε η βροχή εγυμνώθη.
Πουλιά πετάνε πετούμενα.
Οι άνεμοι. Οι άνεμοι.
Μόνος μου εγώ και αναμετριέμαι με των άλλων τη δύναμη.
Ο ανεμοστρόβιλος σέρνει μαζί του
και μουρλαίνει τα μπακιρένια φύλλα
και ξελύνει τ' αραγμένα στ' ουρανού το μώλο.
Εσύ είσαι εδώ. Εσύ δε φεύγεις, δεν πετάς.
Κι εσύ ως το τέλος θα είσαι και θα μου απαντάς
στους βόγγους και τα μουγκρητά μου.
Επάνω μου να 'ρθεις να κουλουριαστείς
σα να σ' έχουνε σκιάξει.
Κάπου κάπου αδέσποτοι ξεπόρτιζαν απ' τα μάτια σου ήσκιοι,
ξένοι, παράδοξοι.
Και τώρα, τωραδά, εδώ,
μανούσια μου φέρνεις και δυοσμαρίνια, μωρό μου,
γι' αυτό κι έτσι ευωδιάζουν τα στήθη σου.
Την ώρα όπου ο άνεμος μελαγχολικός καλπάζει
σφαγιάζοντας πεταλούδες
εγώ σ' αγαπάω,
κι η έξαρση μου δαγκώνει βαθιά
τα δαμάσκηνα του στόματός σου.
Πόσο έχεις στ' αλήθεια πονέσει,
ώσπου να 'βρεις τα χούγια μου,
ώσπου να βρεις την ψυχή μου τη μονάτη κι ανήμερη
και τ' όνομά μου που όλους τους κάνει και τρέμουν . . .
Πόσες και πόσες φορές δεν είδαμε το φως του αυγερινού
να μας φιλάει τα μάτια
και πάνω απ' τα κεφάλια μας το χάραμα κυκλοδίωκτο
ν' ανοίγει ωσάν ριπίδιο.
Τα λόγια μου σε μούσκεψαν θωπεύοντάς σε.
Καιρός πάει πολύς που αγάπησα
το ηλιόλουστο σώμα σου, το μαργαριταρένιο.
Και πιστεύω έτσι πως εγώ είμαι ο κύριος
του σύμπαντος όλου.
Θα σου φέρω απ' τα βουνά λουλούδια εξαίσια,
κλέλιες, ζουμπούλια
και βελανίδια γεράνια, κι ένα κοφίνι φιλιά.
Θέλω να κάνω μαζί σου
αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές.
(Όποιος ενδιαφέρεται και γνωρίζει τη γλώσσα,
μπορεί να διαβάσει το πρωτότυπο ποίημα εδώ).
Αγάπη, πόση αγάπη φωλιάζει μέσα σ΄αυτά τα λόγια! Αυτό το ποίημα πάντοτε με ταξίδευε, πάντοτε μου άφηνε μια γλύκα. Κι αυτός ο τελευταίος στίχος... φαινομενικά απλός, κι όμως τόσο αισθαντικός και γεμάτος νόημα.
Τέλειωσα το ποίημα, απέμεινα όμως να το σκέφτομαι. Εικόνες πετάριζαν στο νου μου, έντονο φως, γαλανός ουρανός και ανθάκια κερασιάς.
Χωρίς να το πολυσκεφτώ, πήρα τις μπογιές μου, τα πινέλα μου και ένα ξύλινο καφασάκι που με περίμενε καιρό σε μια γωνίτσα, αναξιοποίητο.
Κι έπιασα δουλειά.
Το φως του ήλιου χανόταν σιγά-σιγά, σουρούπωνε, τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν, μαζεύτηκαν στις φωλιές τους. Νύχτωσε, η λάμπα του δημόσιου φωτισμού που υψώνεται ακριβώς έξω από το παράθυρό μου ξεκίνησε το συνεχόμενό της βόμβισμα. Συνήθως με ενοχλεί όταν το ακούω, βομβίζει αρκετά δυνατά όταν έχω ανοιχτό το παράθυρο. Τούτη τη φορά όμως ούτε που το πρόσεξα.
Νομίζω ότι επανήλθα πλήρως στον κόσμο μας, όταν ολοκλήρωσα το έργο μου. Μεσάνυχτα πια, είχα ξεχάσει για άλλη μια φορά να φάω, δεν είχα ξεκουραστεί και πολύ, κι όμως, ένιωθα υπέροχα.
Και είχα ήδη αποφασίσει σε ποιο πρόσωπο θα πήγαινε τούτο το μικρό καφασάκι... Μια αγαπημένη φίλη που πάντοτε με σκέφτεται από καρδιάς κι είναι με τον τρόπο της πάντα κοντά μου.
_________________________________________________________________
Τούτη η ανάρτηση με τα ανθάκια της κερασιάς και τα λόγια του Νερούδα
_________________________________________________________________
Info:
► Ο Πάμπλο Νερούδα (φιλολογικό ψευδώνυμο του Νεφταλί Ρικάρδο Ρέγιες Μπασοάλτο, αναφέρεται ενίοτε στη βιβλιογραφία και τη δισκογραφία ως Πάβλο Νερούδα ή Νερούντα), ήταν Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής (1904-1973).
Σύμφωνα με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα.
Το 1971 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας και των Κομμουνιστικών του πεποιθήσεων.
Εξέδωσε πληθώρα ποιητικών συλλογών ποικίλου ύφους, όπως ερωτικά ποιήματα, έργα που διέπονται από τις αρχές του σουρεαλισμού, ακόμα και κάποια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικά μανιφέστα. (πηγή)
► Neruda Pablo "Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ένα τραγούδι χωρίς καμμιάν ελπίδα" ("Veinte poemas de amor y una cacnion deseperada"), 2005, Τυπωθήτω/Δάρδανος
Από την παρουσίαση της έκδοσης:
Είκοσι χρονώ είταν και δεν είταν ο Νεφταλί Ρικάρδο Ρέγιες Μπασοάλτο - γνωστός σήμερα ανά την υφήλιο με το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούδα -, όταν δημοσίευσε μια μικρή συλλογή ποιημάτων με τίτλο "Veinte poemas de amor y una cacnion deseperada". Και έμελλε το βιβλιαράκι ετούτο όχι μόνο να γίνει ο μηνύτορας της έλευσης του νεαρού ποιητή από το Παρράλ της Χιλής στην επικράτεια των ύψιστων λυρικών κατορθωμάτων (εξ όνυχος γάρ...), και μια από τις διαχρονικώς δημοφιλέστερες αναφορές στη λεγόμενη ερωτική ποίηση, αλλά και να είναι πια έργο κλασικό της παγκόσμιας λογοτεχνίας...
[...]
(Γιώργος Κεντρωτής, Κέρκυρα, 23 Σεπτεμβρίου 2004)