Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συγγραφικές ομάδες & συνεργατικές Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συγγραφικές ομάδες & συνεργατικές Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Απριλίου 2016

Συλλογικό διήγημα ~ Η Σοφίτα: Πιόνια σε στημένη παρτίδα


(via - edited by me)


Πιόνια σε στημένη παρτίδα

Μπρος στην εικόνα της αδελφής της που έμπαινε αργοπατώντας στο χώρο της σοφίτας, ο χρόνος σαν να πάγωσε για την Κατερίνα. Στο νου της αντήχησαν σκόρπια λόγια, τα λόγια του γιατρού: «ψυχική νόσος… ήπια επεισόδια μανίας… καταθλιπτικά επεισόδια… κυκλοθυμία, απάθεια, θυμός… διπολική διαταραχή…»

Όλα αυτά που τους έλεγε ακούγονταν εντελώς ακαταλαβίστικα για την οικογένεια. Και πώς δεν τα είχαν αντιληφθεί νωρίτερα; 
   Ο γιατρός ισχυρίστηκε ότι η διαταραχή είχε κάνει την εμφάνισή της πιθανόν πολύ νωρίς στη ζωή της Τούλας, και μάλλον με τη μορφή ήπιων καταθλιπτικών επεισοδίων. Επεισόδια που ήταν ολιγοήμερα και όχι πολύ συχνά. Με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα του, η κοπέλα δεν παρουσίαζε σοβαρή κοινωνική δυσλειτουργία, ούτε είχε ψυχωσικά συμπτώματα.
Η οικογένεια θυμόταν την Τούλα να δείχνει συχνά αρκετά ήσυχη και μαζεμένη. Έτσι οι περιοδικές τάσεις απομόνωσης που τυχόν παρουσίαζε και η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για δραστηριότητες κατά καιρούς, δεν τους κίνησαν υποψίες, με αποτέλεσμα να μην οδηγηθούν ποτέ έως τότε στη διάγνωση της κατάστασής της.
Έκτοτε, πρόσθεσε ο γιατρός, όσο η Τούλα μεγάλωνε βίωνε κατά διαστήματα περιστατικά υπομανίας, που χαρακτηρίζονταν από έντονη αισιοδοξία, ενεργητικότητα, ευερεθιστότητα και ίσως, έντονη σεξουαλική ορμή. Μπορεί να γινόταν αρκετά παραγωγική περιοδικά, να κοιμόταν λιγότερο και να ήταν κάπως κυκλοθυμική. Για την ίδια, τα περισσότερα από όσα βίωνε στα πλαίσια της υπομανίας έμοιαζαν σχεδόν ευχάριστα - μέχρι την επόμενη κρίση άγχους, θλίψης ή θυμού.  

(via - edited by me)

Όσο ο γιατρός εξηγούσε, η Κατερίνα ανακαλούσε διάφορα περιστατικά από την κοινή τους ζωή. Τότε της φαίνονταν ανεξήγητα, τώρα όμως καταλάβαινε… Θυμόταν τις εναλλαγές στη διάθεση της Τούλας, θυμόταν τα μέλη της οικογένειας να τη ρωτούν απορημένα κι εκείνη να αρνείται πως κάτι συμβαίνει. Θυμόταν πώς άλλαζαν τα μάτια της: κάποιες μέρες έδειχναν ήσυχα, υποτονικά, κι έπειτα το βλέμμα της γινόταν αγριωπό και η ίδια ασύχαστη. Θυμόταν την αξιοσημείωτη εργατικότητά της κατά καιρούς στη βιοτεχνία ενδυμάτων… κι άλλοτε, τη θυμόταν να είναι βαρύθυμη για μέρες, να λέει συνεχώς πως δεν θέλει καθόλου να πάει στη δουλειά.

«Θεέ μου, δώσε μου δύναμη, δεν ξέρω τι να κάνω… πώς θα το χειριστώ όλο αυτό; Δώσε μου δύναμη να κάνω το σωστό… για όλους μας…» σκέφτηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Κοίταξε την Τούλα. Το βλέμμα της αδερφής της ήταν κάπως αγριεμένο και σκοτεινό, κι από εκεί η Κατερίνα κατάλαβε ότι δεν ήταν και πολύ καλή η συγκεκριμένη στιγμή για κουβέντα. Πλέον όμως δεν υπήρχε γυρισμός. 

«Κατερίνα, μη στέκεις σαν να είδες φάντασμα. Εγώ είμαι, ήρθα». Η Τούλα έδειξε γύρω της το σκονισμένο χώρο της σοφίτας κι έπειτα κάρφωσε το βλέμμα της και πάλι στην αδερφή της. «Σε έψαχνα κάτω· έπρεπε να το είχα καταλάβει ότι θα διάλεγες να συναντηθούμε εδώ, στο ανήλιαγο και σκονισμένο άντρο του “δεσμοφύλακα”. Κάποτε μας τιμωρούσε εδώ, θυμάσαι; Η μάνα λείπει από το σπίτι, αλλά και να έρθει δεν πρόκειται καν να σκεφτεί ότι βρισκόμαστε εδώ πάνω. Δε θα μας ενοχλήσει κανείς. Λοιπόν, σε ακούω.»
«Δεσμοφύλακας; Μη μιλάς έτσι για τη μητέρα, Τούλα».
«Δεν μιλώ εγώ έτσι, το χωριό μιλάει έτσι γι΄αυτή. Άδικα, θεωρείς;».
«Δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα και το ξέρεις. Με ακούς, λες; Τι με ακούς, εσύ με ακούς; Εγώ είμαι αυτή που περιμένει τις εξηγήσεις σου… τίνος είναι το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου, Τούλα; Μίλα μου! Πώς μπόρεσες να συμπεριφερθείς έτσι, στον εαυτό σου πάνω από όλα, και έπειτα στην οικογένειά μας; Δεν τολμώ να διανοηθώ τι θα γίνει αν μαθευτεί στο χωριό τούτη η ατίμωση…»
«Κατερίνα, αυτό που με ρωτάς δεν πρόκειται να σου το πω. Τι σημασία έχει; Τι σημασία έχει αν λέγεται Τάσος, Ξενοφώντας, Νίκος ή Γιώργος; Είναι ο Κανείς. Για όλους σας! Νομίζεις πως αυτός ήταν ο πρώτος; Ή πως θα είναι ο τελευταίος; Μπορεί στα 27 μου να μην έχω βρει την αδελφή ψυχή μου, να μην έχω παντρευτεί, αλλά ξέρεις κάτι; Υπάρχουν πολλές άλλες ψυχές εκεί έξω. Μέχρι στιγμής όλες τους έρχονται στη ζωή μου και φεύγουν, αλλά δεν με πειράζει. Φεύγοντας παίρνουν μαζί τους - έστω κι αν είναι για λίγο - τη ρετσινιά της “γεροντοκόρης” που μου έχετε κολλήσει εδώ στο χωριό. Η Αθήνα ευτυχώς είναι μεγάλος τόπος, κανείς δεν τα κοιτάει αυτά. Εκεί μπορώ να ζήσω, να υπάρξω».
«Γι’ αυτό λοιπόν παρακάλεσες τόσο πολύ τους γονείς μας για να έρθεις μαζί μου στην Αθήνα; Για να ελευθερωθείς μ΄ αυτόν ειδικά τον τρόπο;»
«Μικρή μου αδερφή, πάντοτε χαϊδεμένη των γονιών μας, όχι. Δεν το ζήτησα γι΄ αυτό. Το ζήτησα γιατί αλλιώς δεν θα λάβαινες με τίποτα την άδεια να πας εσύ… κι ήταν τόσο σημαντικό για σένα το να σπουδάσεις, να γίνεις η δασκάλα που τόσο ήθελες! Και ακόμη, επειδή αρχικά ένιωσα πως έπρεπε να έρθω να σε προσέχω. Μα έπειτα γνώρισα εκείνο το βράδυ το Γιώργο, τον έφερα στο σπίτι μας και στη ζωή μας κι εκ των πραγμάτων ανέλαβε εκείνος να σε προσέχει, σωστά;
Όμως, Κατερίνα, όσο κι αν σου έχω αδυναμία, δεν περιστρέφονται όλα γύρω από σένα. Κάπου εκεί ήταν που συνειδητοποίησα πως έχω κι εγώ ζωή… από την οποία έκανα πίσω χρόνια και χρόνια. Και κάνω ακόμη, τ΄ ακούς; Να το θυμάσαι αυτό που σου λέω!»
«Τούλα, τι λόγια! Δεν σε αναγνωρίζω καθόλου! Και το παιδί;»
«Τι μ΄ αυτό; Νομίζεις ότι το ήθελα να συμβεί; Ότι ήταν κάτι που το προγραμμάτισα; Ατύχημα ήταν… Νομίζεις ότι το θέλω αυτό το μικρό κουτάβι που βρίσκεται μέσα στα σπλάχνα μου; Βάρος μού είναι… και βάρος θα μου είναι - να το ξέρεις. Αναρωτιέμαι πώς μπορώ να το ξεφορτωθώ, ειλικρινά στο λέω».
Η Κατερίνα την κοίταξε εμβρόντητη.
«Μικρή μου αδερφή με την τέλεια και απροβλημάτιστη ζωή, αν έχεις κάποια λύση σχετικά μ΄ αυτό, ευχαρίστως να την ακούσω. Άσε το τι προηγήθηκε. Τώρα τι γίνεται! Δε μου φτάνουν οι συνεχείς ερωτήσεις και το μόνιμα επικριτικό βλέμμα της μάνας, δε μου φτάνει που δεν μου μιλάει πια ο πατέρας, πρέπει τώρα να έχω να αντιμετωπίσω κι εσένα;»
«Τούλα, μη με ειρωνεύεσαι σε παρακαλώ, και μη μου επιτίθεσαι…»

Η Κατερίνα έκανε ένα βήμα μπροστά, την κοίταξε, προσπάθησε να ατσαλωθεί για τη συνέχεια. Ήταν η αδελφή της, για όνομα του Θεού, ήταν άρρωστη όμως και επιπλέον είχε βρεθεί ξαφνικά σε μια πάρα πολύ δύσκολη θέση. Κι αυτό που ετοιμαζόταν να της προτείνει ήταν τραγικό μεν, μα ήταν αναγκαίο… Μια θυσία, που θα γινόταν όμως κι από τις δυο πλευρές.

Παρόλο που η Τούλα είχε μόλις δηλώσει ότι δεν επιθυμούσε το παιδί, η Κατερίνα δεν μπορούσε να είναι σίγουρη ότι αυτό δεν ήταν μια κουβέντα της εν θερμώ, και πως αργότερα η Τούλα δε θα άλλαζε γνώμη. Όπως και να ήταν, η Κατερίνα έπρεπε τώρα να διαλέξει προσεκτικά τις λέξεις, να μιλήσει όσο πιο ήρεμα γινόταν, να μην την πληγώσει. Και να την οδηγήσει τελικά στο να συναινέσει στη σωστή απόφαση - μια απόφαση που είχε ήδη παρθεί.

«… Προσπαθώ να σε βοηθήσω, κορίτσι μου. Να σε σώσω από το γκρεμό όπου πας να πέσεις. Άκου. Άκου με καλά. Κι ελπίζω να συμφωνήσεις, γιατί ειλικρινά άλλη λύση δεν βλέπω».

Προσπαθώντας με νύχια και με δόντια να μην αφήσει να φανεί το ανεξέλεγκτο τρέμουλο που ξεκινούσε από μέσα της, η Κατερίνα εξήγησε στη μεγάλη της αδελφή τι είχε σκεφτεί να κάνουν. Της ανέλυσε το σχέδιό της διεξοδικά, απέφυγε όμως να αναφερθεί στην ασθένειά της και στους φόβους που είχαν στην οικογένεια σχετικά με την ανατροφή του παιδιού από την Τούλα.

«Μόνο εμείς θα γνωρίζουμε, Τούλα. Η μητέρα, ο πατέρας, εσύ κι εγώ. Κανείς άλλος, ούτε καν ο Γιώργος. Εκείνος θα νομίζει ότι είναι δικό του το παιδί. Αν συμφωνήσεις, θα του γράψω σήμερα κιόλας τα “χαρμόσυνα” νέα. Κι έπειτα, επιστρέφουμε κι οι δυο μας στην Αθήνα. Μέχρι να γεννήσεις, εγώ μπορώ να συνεχίσω τις σπουδές μου και να βρω παράλληλα μια δουλειά για να μπορούμε να ζήσουμε. Στο μεταξύ, θα δούμε πώς θα γίνει με το γάμο. Εξαρτάται από το πότε είναι να επιστρέψει στη στεριά ο Γιώργος. Έχω λίγο καιρό να λάβω νέα του».

Η Κατερίνα σώπασε, αφήνοντας στην Τούλα λίγο χρόνο για να επεξεργαστεί την πρότασή της.
Η Τούλα κοίταξε την αδερφή της με βλέμμα εντελώς απροσδιόριστο. Κι έπειτα, ξέσπασε:

«Μια χαρά τα κανονίσατε με τη μάνα, έτσι, αδερφή;  Ο ιδανικός τρόπος να κουκουλωθεί και να ξεπλυθεί η ντροπή! Η μικρή μου αδελφή θα θυσιαστεί για χάρη μου… Η καλή μας Σαμαρείτισσα, που αν και έχει τα πάντα, ποτέ δεν της είναι αρκετά - τελικά πάντα υπάρχει ο τρόπος για να αποκτήσει και κάτι ακόμη!»

Η Κατερίνα έσκυψε το κεφάλι, μην αντέχοντας το αμείλικτο βλέμμα και την κατηγορία. Προτίμησε να μην ανταπαντήσει· τι να πει;

«Έτσι κι αλλιώς, Κατερίνα», συνέχισε η Τούλα σκουπίζοντας ένα και μοναδικό δάκρυ οργής από το μάγουλό της, «αυτό το “κουτάβι” ήδη δεν μου ανήκει – όπως δεν ανήκει και σε εσένα… αυτό όμως θα είναι το μικρό μας μυστικό, σωστά;»  

Η Τούλα στράφηκε απότομα και βγήκε από το σκονισμένο δωμάτιο, χωρίς να ρίξει πίσω της ούτε μια ματιά.
Στη σοφίτα επικράτησε απόλυτη σιωπή.



~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Λίγους μήνες μετά

Αγαπητή μου Κατερίνα. 
Εύχομαι να είσαι καλά και εσύ και η κόρη μας. Σου γράφω για να σε πληροφορήσω πως θα αναβάλω την επιστροφή μου και έτσι αναγκαστικά θα πρέπει να αναβληθεί και ο γάμος. Το ξέρω πως με περίμενες αλλά δυστυχώς ούτε αυτή τη φορά μπορώ να τα καταφέρω. Μόλις πιάσω λιμάνι και μπορέσω θα σου τηλεφωνήσω για να σου εξηγήσω κάποια πράγματα και ελπίζω να τα καταλάβεις.
Με αγάπη, 
Γιώργος


Αγαπητή μου Τούλα. 
Εύχομαι να είσαι καλά. Σου γράφω για να σε πληροφορήσω πως έρχομαι Αθήνα σε λίγες μέρες. Δεν ξέρει κανείς για την επιστροφή μου, ούτε η Κατερίνα, ούτε καν ο Αναγνώστου γνωρίζει ότι επιστρέφω στην Ελλάδα. Το έχω φροντίσει.
Θα μείνω στην Αθήνα για πολύ λίγο και έπειτα θα φύγω ξανά. Πρέπει να σε συναντήσω οπωσδήποτε πριν τον επικείμενο γάμο. Πρέπει να μιλήσουμε. Θα σε περιμένω την Πέμπτη στις 28 του μηνός, στο γνωστό σημείο.
Με αγάπη, 
Γιώργος

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σήμερα

 «Σόφη μου; Είσαι καλά, γλυκιά μου;»

Ο Ορέστης είχε προτείνει στη Σόφη να εκμεταλλευτούν το διήμερο, κάνοντας ένα μικρό ταξίδι με προορισμό τη θάλασσα. Ήταν κάτι που το είχαν ανάγκη. Εκείνη δέχτηκε μετά χαράς και τώρα κάθονταν σε ένα μικρό παραθαλάσσιο ταβερνάκι, ακούγοντας το φλοίσβο. Οι ζεστές ακτίνες του ήλιου χάιδευαν το δέρμα τους, το απαλό αεράκι ήταν όνειρο, εκείνοι όμως δυσκολεύονταν να αφεθούν στη στιγμή, να γαληνέψουν και να ηρεμήσουν. Συζητούσαν χαμηλόφωνα όσα είχαν συμβεί, προσπαθώντας να σκεφτούν τις επόμενές τους κινήσεις.

«Σκεφτόμουν, Ορέστη… Έχω την αίσθηση πως από τη στιγμή που βρέθηκα σ΄ αυτή τη σοφίτα κι έπειτα, τρέχω. Όλο τρέχω. Χωρίς να ξέρω πού πάω. Άνοιξα αυτό το παλιό σεντούκι της γιαγιάς και νιώθω πως άνοιξα το κουτί της Πανδώρας… στρέφοντας όλα τα δεινά του κατά πάνω μου. Ό,τι ήξερα, γκρεμίστηκε… και δεν έχω ιδέα τι να κάνω τώρα για να μάθω όσα δεν γνωρίζω. Καλά-καλά δεν ξέρω αν θέλω να τα μάθω πια! Φοβάμαι τι θα βρω, καταλαβαίνεις; Κι αν θα καταλάβω αυτό που θα βρω, κι αν θα χρειαστεί να αγαπήσω ανθρώπους ή να τους μισήσω…»
«Έχεις δίκιο, αγάπη μου. Σε καταλαβαίνω. Εδώ που φτάσαμε όμως πρέπει να προχωρήσεις, αλλιώς δεν θα μπορέσεις ποτέ να ησυχάσεις…»
«Πώς, Ορέστη; Πώς να προχωρήσω, τι άλλο να κάνω;»
«Ας επιστρέψουμε στο σπίτι της θείας σου· μόνοι μας. Δεν ήθελα να πάμε χθες μαζί με τον Ιωάννου. Ίσως εκεί βρούμε απαντήσεις, ίσως κάτι να ξέφυγε της προσοχής μας την προηγούμενη φορά. Ή, μπορείς να δοκιμάσεις να μιλήσεις και πάλι με τη Γιώτα, Σόφη μου. Το ύφος της δεν μου αρέσει καθόλου. Αισθάνομαι ότι ξέρει πολλά, ότι κρύβει πολλά. Και είναι η μόνη που έχει απομείνει τώρα εν ζωή… ίσως να είναι λοιπόν η μοναδική σου ευκαιρία για να μάθεις όλη την αλήθεια. Τι λες; Ό,τι κι αν αποφασίσεις, να ξέρεις πως εγώ θα είμαι δίπλα σου…»


(via - edited by me)



~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~




 Η «Σοφίτα» είναι ένα συλλογικό διήγημα το οποίο γράφεται σπονδυλωτά από 16 bloggers. Βασίζεται σε μια ιδέα της Μαρίας Νικολάου, η οποία ξεκίνησε την ιστορία της Σοφίτας στο Κείμενο, συντονίζει έκτοτε την πορεία της και πρόκειται να την ολοκληρώσει η ίδια.

Οι δεκαέξι bloggers γράφουν και εξελίσσουν την αρχική ιστορία, ο καθένας με το δικό του μοναδικό τρόπο γραφής, έχοντας πάντα υπόψη τους τα προηγούμενα κεφάλαια και γράφοντας το δικό τους κεφάλαιο με καθορισμένη σειρά. 

Τα κεφάλαια που έχουν δημοσιευτεί ως τώρα:


1. Μαρία Νικολάου (Το Κείμενο) → Η Σοφίτα της Σόφης
13. Katerina Verigka (Just K) → Δυο αλήθειες
14. 'Ελλη (Funky Monkey) → Πιόνια σε στημένη παρτίδα
15. Ρένα Χριστοδούλου (Δια Χειρός...Ρένα Χριστοδούλου) →
16. Σμαραγδένια Ρούλα (Σμαραγδένια) →
Επίλογος: Μαρία Νικολάου (Το Κείμενο) →   


Ήμουν η 14η στη σειρά για να γράψω, είχα πάμπολλες πληροφορίες να επεξεργαστώ και να συνδέσω και έτσι κράτησα πάρα πολλές σημειώσεις από τα προηγούμενα κεφάλαια πριν φτάσει η στιγμή να αγγίξω με τα δάχτυλά μου το πληκτρολόγιο... 
Ελπίζω και εύχομαι με τη συνέχεια που έδωσα να μην απογοήτευσα ούτε τους συγγραφείς που προηγήθηκαν, ούτε τους επόμενους που πρόκειται να ακολουθήσουν (ούτε και εσένα, φίλε αναγνώστη, που μου αφιέρωσες την προσοχή σου...)


Παραδίδω τώρα τη (λογοτεχνική) σκυτάλη στη Ρένα Χριστοδούλου και στο ΔιαΧειρός της. Ρένα μου, καλή έμπνευση σου εύχομαι!


Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

♥ Μια ιστορία αγάπης // 15+1 bloggers // ανοικτό e-Book

  Όλα ξεκίνησαν από τον Πέτρο, ο οποίος το Δεκέμβριο του 2013 έγραψε στο ιστολόγιό του ένα όμορφο, τρυφερό διήγημα, χωρίς όμως τέλος. 

  Το διήγημα άφηνε πολλά στη φαντασία... και το Φεβρουάριο του 2014, η Αριστέα είχε την ιδέα να το συνεχίσουμε. Με τη συναίνεση του Πέτρου, 15 γυναίκες bloggers συνενωθήκαμε και συνεργαστήκαμε, γράφοντας η καθεμία με το δικό της, μοναδικό τρόπο, τη συνέχεια της ιστορίας του - και μάλιστα, σε σύντομο χρονικό διάστημα.

  Κι έπειτα, σκεφτήκαμε: "Γιατί όχι; Ας κάνουμε ένα βήμα παραπέρα..." 

 Η Χριστίνα ήρθε λοιπόν σε επαφή με την Ανοικτή Βιβλιοθήκη OPENBOOK  και τον κ. Γιάννη Φαρσάρη, με σκοπό η ιστορία μας να εκδοθεί σε e-book. 

 Σήμερα, έχω τη χαρά να σας ανακοινώσω πως η ιστορία μας κυκλοφορεί σε ανοικτό e-book, σε έκδοση δηλαδή της ανοικτής βιβλιοθήκης OPENBOOK, με ελεύθερη διανομή. 

 Η επιμέλεια της έκδοσης ανήκει στον Γιάννη Φαρσάρη (www.open-sesame.me), η εικόνα εξωφύλλου στον Δον Ψυχώτη (donpsychote.blogspot.gr), ο σχεδιασμός του εξωφύλλου στον Λευτέρη Παναγουλόπουλο (www.leftgraphic.gr) και ο πρόλογος ανήκει στην Αριστέα (princess-airis.blogspot.gr).





 Κάνοντας κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο, θα οδηγηθείτε στο e-book, το οποίο μπορείτε να "κατεβάσετε" και να αποθηκεύσετε ελεύθερα και δωρεάν (επιλέξτε απλώς download). Καλή ανάγνωση!!




(Έκδοση της ανοικτής βιβλιοθήκης OPENBOOK, με ελεύθερη διανομή)

Συγγραφείς: 

Χριστίνα Αντωνίου [ http://dear-e-diary.blogspot.gr ]
Κατερίνα Βαλσαμίδη [ http://apopsitexnis.blogspot.gr ]
Κατερίνα Βερίγκα [ http://positive-thinking-greece.blogspot.gr ]
Γεωργία Μπούτβα [ http://armoniaart.blogspot.gr ]
Μαρία Κανελλάκη [ http://toapagio.blogspot.gr ]
Πέτρος Καρυτινός [ http://akivernitos.blogspot.gr ]
Αριστέα Κουτά [ http://princess-airis.blogspot.gr ]
Κική Κωνσταντίνου [ http://ekfrastite.blogspot.gr ]
Χριστίνα Λέλη [ http://butterfly-butterflysworld.blogspot.gr ]
Έλενα Λουκοπούλου [ http://miakalimera.blogspot.gr ]
Κλαυδία Μάμαλη [ http://katoapotinakropoli.blogspot.gr ]
Κάτια Μαρκουίζου [ http://katitimou.blogspot.gr ]
Μαρία Νικολάου [ http://mia-matia-ston-ilio.blogspot.gr ]
Έλλη Οικονόμου [ http://funkymonkey-handmadecreations.blogspot.gr ]
Μαρία-Ελένη Φραγκιαδάκη [ http://marilenaspotofart.wordpress.com ]


  Οφείλω ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ στους 15 φίλους-bloggers για το όμορφο συγγραφικό ταξίδι μας (ήταν μια υπέροχη συνεργατική εμπειρία, με μια υπέροχη ομάδα!), αλλά και σε όλους όσους εργάστηκαν για να γίνει πραγματικότητα η παρούσα έκδοση.

   Καλό σας απόγευμα! 



Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

14 bloggers γράφουν "Το μυστήριο του καφενείου..."




  Μια ιστορία της Μαρίας Νι. από τις "Ιστορίες του Καφενέ" ήταν που έδωσε την αφορμή... και για ακόμη μία φορά, 14 bloggers αποφασίσαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να τη συνεχίσουμε, ο καθένας με το δικό του μοναδικό τρόπο, δημιουργώντας ένα συλλογικό, συνεργατικό κείμενο. 


 Κάτι περίεργο συμβαίνει στο ήσυχο καφενείο του κυρ Μιχάλη: σκοτεινά ραντεβού μεταξύ ανδρών, ύποπτοι μαύροι χαρτοφύλακες που αλλάζουν χέρια... Όταν ένας νεαρός άνδρας εξαφανίζεται και τη θέση του στις περίεργες συναντήσεις παίρνει μια άγνωστη κοπέλα, ο κυρ Μιχάλης, προσπαθώντας να βοηθήσει, μπλέκεται τελικά μαζί με μια παιδική του φίλη σε μια παρακινδυνευμένη ιστορία με πολλές προεκτάσεις: παιδιά που ζουν σε ιδρύματα, μια Λεγεώνα τρομακτικών ανθρώπων που προορισμός τους είναι το κακό, μυστικές δράσεις... Ποιος είναι ο ρόλος του καθενός στην ιστορία; Τι είδους αποκαλύψεις θα έρθουν στο φως και πώς οι ήρωες θα οδηγηθούν τελικά στη λύτρωση; 


Συμμετέχουν οι εξής bloggers,
εξελίσσοντας την ιστορία με την παρακάτω σειρά:

 ΄Ελενα Λ → Μια ανάσα!
 MARILISE → ΙΣΙΔΩΡΑ
Hengeo → Το Γιασεμί
 ΕΚΦΡΑΣΟΥ → Η Λεγεώνα
airis → Ελπίδα
 Funky Monkey (εγώ) → Παράλληλες κινήσεις
Maria Kanellaki → Φ
 Levina → Διαφυγή
Xristina @ Dear e-diary → Μικρές ζωές
Georgette B. → Όλα αλλιώς...

________________________________________________________________________


Παράλληλες κινήσεις 

Η άγνωστη κοπέλα είχε εξαφανιστεί.
«Μα πώς είναι δυνατόν; Τώρα δα μιλούσαμε…  πού πήγε;»  Ο κυρ-Μιχάλης σάρωσε με το βλέμμα του το χώρο, έπειτα κατευθύνθηκε με βιασύνη προς την πόρτα του καφενείου και βγήκε με ορμή στο δρόμο. Κανείς. Ούτε ίχνος της κοπέλας – σαν να μην υπήρξε ποτέ, σαν να μην είχε περάσει ποτέ από το μαγαζί του, σαν να μην είχαν καθίσει ποτέ μαζί στο ίδιο τραπέζι να μιλήσουν, έτσι χαμηλόφωνα και συνωμοτικά.
«Αυτή η ιστορία κοντεύει να με τρελάνει…  μα τι έγινε, άνοιξε η γης και την κατάπιε;» μονολόγησε γεμάτος απορία και λιγάκι φουρκισμένος ο κυρ-Μιχάλης, μπαίνοντας και πάλι μέσα στο καφενείο του. Αποφάσισε να ρωτήσει την παρέα που έφευγε μήπως είχε δει κάτι, όμως αποδείχτηκε πως κανείς δεν είχε δώσει την παραμικρή σημασία στην κοπέλα που καθόταν μαζί του.
Ο κυρ-Μιχάλης υποχρεώθηκε τελικά να πιέσει τον εαυτό του για να επανέλθει στις απαιτήσεις της δουλειάς του στο καφενείο. Πίεσε τον εαυτό του πολύ… και προσπάθησε, όσο βέβαια ήταν αυτό δυνατό, να καταπνίξει προσωρινά κάθε σκέψη που γεννιόταν στο νου του σχετικά με όλο αυτό το μυστήριο – για μια τρομερή στιγμή, αναπάντητα ερωτήματα,  εικασίες που κατέληγαν σε αδιέξοδα, αδικαιολόγητες κινήσεις τρίτων, χαμένα πρόσωπα και κίνδυνοι από το πουθενά αιωρήθηκαν για λίγο ασύνδετα στο νου του κι έπειτα, συμμαζεύτηκαν όπως-όπως σε μια ακρούλα του και φυλάχθηκαν καλά, για μια μετέπειτα επεξεργασία.

Όσο ο κυρ-Μιχάλης έδινε μάχη για να επιβληθεί στον εαυτό του και στις σκέψεις του, εξυπηρετώντας - φαινομενικά ήρεμος - τους θαμώνες του καφενείου, σε ένα άλλο μέρος του κόσμου κι από ένα άλλο οίκημα, νεαρά ζευγάρια ξεκινούσαν να κάνουν αυτό που είχαν διαταχθεί.  Το πρώτο νέο ζευγάρι εγκατέλειψε το χώρο και κατευθύνθηκε ανατολικά, ένα άλλο αμέσως μετά το ακολούθησε και κατευθύνθηκε νότια, κι ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα… παίρνοντας διαφορετικές κατευθύνσεις το καθένα, και προς όλα τα σημεία του ορίζοντα. Όλοι τους γύρω στα 30, ντυμένοι προσεγμένα, έβγαιναν από το κτίριο με βλέμμα κενό. Την επόμενη στιγμή, το βλέμμα τους άλλαζε, αποκτώντας μια μελετημένη γλυκύτητα και την όψη ανθρώπων της διπλανής πόρτας. Αν τους κοιτούσε προσεκτικά κανείς, το μόνο που θα παρατηρούσε και θα θυμόταν έπειτα θα ήταν το πόσο αγαπημένοι έδειχναν μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα, οι άνδρες και οι γυναίκες δεν γνωρίζονταν καν… αλλά αυτό δεν θα το μάθαινε ποτέ κανείς άλλος, πέρα από τους ίδιους και από τη Λεγεώνα.
Κάθε ζευγάρι κατευθυνόταν προς μια διαφορετική πόλη. Όλα τα ζευγάρια θα πήγαιναν σε ένα ορφανοτροφείο. Και όλα τα ζευγάρια θα έπαιρναν μαζί τους φεύγοντας κι από ένα παιδί. Αρκετά μικρό για να μην ξέρει, αρκετά μικρό για να μην καταλαβαίνει, αρκετά μικρό για να μην θυμάται. Όλες οι απαραίτητες διαδικασίες είχαν ήδη κανονιστεί – στα μάτια κάποιου τρίτου, όλες οι διαδικασίες είχαν γίνει νομίμως. Στην πραγματικότητα, η Λεγεώνα είχε κινηθεί παράνομα και αρκετά υπογείως…  μα ο σκοπός λένε αγιάζει τα μέσα, κι ο σκοπός της Λεγεώνας ήταν προκαθορισμένος και μελετημένος εδώ και πολύ καιρό. Τα παιδιά τούς ήταν απόλυτα χρήσιμα.

Όσο τα ζευγάρια πραγματοποιούσαν αυτό που είχαν διαταχθεί, η Ελπίδα έβγαινε από το χώρο που θεωρούσε, τουλάχιστον για την ώρα, σπίτι της. Θα συναντούσε τη Νάντια, την κοπέλα που είχε στείλει να προειδοποιήσει τον κυρ-Μιχάλη για τον κίνδυνο. Έπρεπε να μάθει πώς είχε πάει η συνάντησή τους, κι αν η Νάντια είχε δώσει στον κυρ-Μιχάλη να καταλάβει πως ήταν οι μόνοι που γνώριζαν τι ακριβώς συνέβαινε στα ορφανοτροφεία και πως χρειάζονταν βοήθεια. 
Ξεκλειδώνοντας το νοικιασμένο αυτοκίνητό της, η Ελπίδα βρήκε στο κάθισμα του συνοδηγού, πάνω στο χαρτοφύλακά της, ένα χάρτινο φάκελο. Θορυβήθηκε. Δεν τον είχε αφήσει η ίδια εκεί, ούτε κάποιος άλλος δικός της. Κατάλαβε αμέσως από πού προερχόταν. Τον άνοιξε με τρεμάμενα χέρια και μέσα του ανακάλυψε ένα CD.  Με όλες τις αισθήσεις της τεταμένες και με πυρετώδεις  κινήσεις,  το τοποθέτησε στο CD-player του αυτοκινήτου.
Στην αρχή, δεν ακούστηκε τίποτε. Κι έπειτα, μια βαριά, κοφτή και αλλοιωμένη φωνή γέμισε το μικρό χώρο και έκανε τις τρίχες στο σβέρκο της να ορθωθούν.

«Σας προειδοποιήσαμε. Και όχι μία φορά. Ξεκινήσατε τη δική σας σταυροφορία. Εναντίον μας; Είμαστε πιο δυνατοί από εσάς. Και δε θα σταματήσουμε. Αυτός που αναζητάς είναι μαζί μας… για λίγο ακόμη. Νομίζεις πως τον βοηθάς μπλέκοντας κι άλλους, Ελπίδα; Μιλάτε πολύ. Μιλάτε πολύ… και το ξέρουμε. Τώρα λοιπόν καλείσαι να πάρεις αποφάσεις. Αυτόν που αγαπάς; Τους φίλους που σε στηρίζουν; Ή κάποια παιδιά που εσύ δεν γνωρίζεις, ούτε θα γνωρίσεις ποτέ, και κανείς δεν νοιάζεται γι΄αυτά; Τα πράγματα είναι απλά: ποιον θα διαλέξεις να σώσεις, Ελπίδα; Ο χρόνος σου τελειώνει…»

Η σκληρή φωνή σταμάτησε απότομα να μιλά. Η Ελπίδα είδε μεμιάς μπροστά της την εικόνα του μικρού Βασίλη και της ξανθούλας Όλγας, που σε μια νύχτα εξαφανίστηκαν από το ορφανοτροφείο. Από το δικό τους ορφανοτροφείο - από τα κρεβάτια δίπλα τους. Εκείνη, η Νάντια και ο Φώτης ήταν μικροί… μα όχι και τόσο μικροί. Εκείνο το ίδιο βράδυ και πριν από την εξαφάνιση των δυο μικρότερων παιδιών, δόθηκε σε όλα τα παιδιά ένα χάπι, δήθεν για την «ίωση» - έτσι τους είπαν. Υποψιασμένοι, μιας και σπάνια συνέβαινε αυτό κι επειδή δεν ένιωθαν καθόλου άρρωστοι, η Ελπίδα, η Νάντια και ο Φώτης αρνήθηκαν να το καταπιούν και το έφτυσαν κρυφά στη χούφτα τους, όταν έφυγαν οι υπεύθυνες του θαλάμου. Έτσι δεν κοιμήθηκαν. Και είδαν, πίσω από τα μισόκλειστα μάτια. Είδαν τα πάντα. Και δεν ξέχασαν. Ήταν οι μόνοι από όλα τα παιδιά στο θάλαμο που είδαν… και δεν ξέχασαν ποτέ πως υπήρξαν κάποτε μαζί τους, ανάμεσά τους, ο Βασίλης και η Όλγα. Κανένα άλλο παιδί δε τους ξαναθυμήθηκε έκτοτε.    
Οι τρεις φίλοι συνειδητοποίησαν πολύ γρήγορα πως κάποιοι, άγνωστοι σ΄αυτούς, κινούσαν τα νήματα της ζωής τους εν αγνοία τους. Όπως και όλα τα άλλα παιδιά του ορφανοτροφείου, έτσι κι εκείνοι, δεν ήξεραν από πού προέρχονταν, ποιοι ήταν οι γονείς τους και πώς είχαν καταλήξει εκεί. Και πέρα από αυτό, δεν καταλάβαιναν το λόγο που είχαν εξαφανιστεί, από τη μια στιγμή στην άλλη, τα δυο μικρά παιδιά από το ίδρυμα και κανείς πια δεν μιλούσε γι΄αυτά.
Μεγαλώνοντας, η Ελπίδα, ο Φώτης και η Νάντια αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να βρουν τις απαντήσεις στα τόσα ερωτήματα. Ποτέ δεν φαντάστηκαν το πόσο δύσκολο αυτό θα ήταν και το πόσο επικίνδυνη θα μπορούσε να αποβεί η συλλογή των πληροφοριών… Ήταν μια άνιση μάχη, μια σταυροφορία ενάντια σε πολύ ισχυρούς αντιπάλους.

Η Ελπίδα, συναισθηματικά φορτισμένη πια, αφαίρεσε το CD από τη συσκευή και αναλύθηκε σε δάκρυα.
Τι έπρεπε τώρα να κάνει; Πόσο, ποιους και με ποιο τρόπο θα επηρέαζε μία της απόφαση;
Ο χρόνος της τελείωνε… και χρειαζόταν οπωσδήποτε βοήθεια.
     

 **********


 Σ΄αυτό το σημείο, παραδίδω τη σκυτάλη στην Μαρία Κανελλάκη (Απάγκιο). Μαρία μου, καλή συνέχεια! 

(Και τώρα τρέχω να κρυφτώ από όσους πρόκειται να
 συνεχίσουν την ιστορία, γιατί μετά από όλα αυτά που 
έγραψα, έχω σοβαρές υποψίες πως θα με κυνηγάνε...)

:))

 Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους, να περάσετε υπέροχα! 




Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Ιστορίες του καφενέ...


Σοφία

Ο Μιχάλης σιγοτραγουδούσε και σήμερα, καθώς καθάριζε τα τραπέζια από τη σκόνη. Τοποθέτησε τις καρέκλες στη θέση τους, έλεγξε για τελευταία φορά  τη βιτρίνα του με τα σιροπιαστά, φόρεσε ένα χαμόγελο. Μια νέα μέρα ήταν στο ξεκίνημά της κι ο Μιχάλης φρόντιζε, όπως κάθε πρωί, και την παραμικρή λεπτομέρεια του φιλόξενου καφενέ του.
Όπως κάθε μέρα, το γραφικό παραδοσιακό καφενείο θα γέμιζε από κόσμο: εν μέσω καλού καφέ, γέλια θα ακούγονταν, ματιές θα ταξίδευαν και κουβέντες θα ανταλλάσσονταν χωρίς σταματημό.
 «Καλημέρα, κυρ-Μιχάλη!»
Στράφηκε και αντίκρισε την κεφάτη παρέα των τριών νεαρών, να στέκεται πάνω στο χαρακτηριστικό πάτωμα-σκακιέρα, κρατώντας παραμάσχαλα μερικά βιβλία θεωρίας της Τέχνης.
«Καλώς τους καλλιτέχνες!» είπε πρόσχαρα και παράτησε όπως-όπως το πανί του στην άκρη. «Τρέχω για τον καφέ!»
Δεν χρειαζόταν πια να τους παίρνει παραγγελία, οι νεαροί ήταν συχνοί θαμώνες και είχε μάθει καλά τις προτιμήσεις τους. Αν ήταν πρωί, έρχονταν για καφέ. Αν ήταν μεσημέρι, για μπυρίτσα και κανένα μεζεδάκι. 
Βλέποντάς τους να βολεύονται στο συνηθισμένο τραπέζι τους, ανάμεσα σε γέλια και πειράγματα, ο Μιχάλης κρυφογέλασε. Τους συμπαθούσε και τους περίμενε κάθε φορά. Οι συζητήσεις τους άφηναν εποχή! Ήταν όλοι τους φοιτητές στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και περνούσαν ώρες στον καφενέ, μιλώντας συνεχώς για την τέχνη και ανταλλάσσοντας ανατρεπτικές ιδέες.  
Αν και δεν πολυκαταλάβαινε τις ορολογίες που χρησιμοποιούσαν στις συζητήσεις τους, ούτε τις ιδέες τους για τη μοντέρνα τέχνη, συχνά μιλούσε κι εκείνος μαζί τους για τη σχολή. Το απολάμβανε και το χαιρόταν. Θυμόταν την πρώτη φορά που του ζήτησαν τη γνώμη του κι εκείνος αποφάσισε να τους πειράξει: «Εσείς παιδιά μου είστε ικανοί να πάρετε μια σωλήνα, να της βάλετε ένα μάτι και να πείτε ότι απεικονίζει τη μοναξιά του ανθρώπου! Τι να σας πω κι εγώ… για σας είναι «καλλιτεχνική εγκατάσταση», για μένα παραμένει μια σωλήνα… και μάλιστα χωρίς το ένα μάτι! Άμα θέλετε να σας πω πώς να φτιάχνετε καλό καφέ ή μπακλαβά, ευχαρίστως! Μέχρι εκεί φτάνουν οι γνώσεις μου…» Τα γέλια των νεαρών τότε είχαν ξεσηκώσει το μαγαζί.
Αφήνοντας τώρα και τον τελευταίο καφέ στο τραπέζι τους, την προσοχή του τράβηξε μια παρουσία στο δρόμο.
«Αχ, μωρέ ψυχή μου, τι σταυρό κουβαλάς κι εσύ…» αναστέναξε.
«Τι έπαθες, κυρ-Μιχάλη;» Η παρέα τον κοίταξε, μην καταλαβαίνοντας πού αναφερόταν.
Τους έδειξε έξω στο δρόμο.
Μια μοναχική, μικρή φιγούρα, περπατούσε κρατώντας και στα δυο της χέρια μερικές ογκώδεις, πορτοκαλί πλαστικές τσάντες. Τρέκλιζε από το βάρος τους και η αυτοσυγκέντρωσή της για να ισορροπήσει διαγραφόταν έντονα στο πρόσωπό της. Η μικρή πλησίαζε αργά, και η παρέα άρχισε σιγά-σιγά να διακρίνει με έκπληξη ένα αγγελικά πλασμένο, όμορφο πρόσωπο, στεφανωμένο από ξανθά, ολοφώτεινα μαλλιά.
«Παιδιά μου, συγγνώμη» μουρμούρισε ο Μιχάλης. «Μα, δεν μπόρεσα να κρατηθώ…»
«Ποια είναι αυτή η μικρούλα, κυρ-Μιχάλη;» Ο Πάνος φαινόταν απορημένος. «Τι κάνει; Τι κουβαλά; Μόνη της είναι… Ποιος αφήνει ένα παιδί να περπατάει μόνο του στο δρόμο, πρωί-πρωί, κουβαλώντας τόσο βάρος;»
«Πάνο μου, αυτή είναι η Σοφία. Μια μικρούλα Ρωσίδα. Πάνε λίγες μέρες που εμφανίστηκε στη γειτονιά μας…  Πηγαίνει από μαγαζί σε μαγαζί, πουλώντας μανταρίνια. Αυτά κουβαλάει μέσα στις γεμάτες τσάντες της. Δεν ξέρω τίποτε άλλο, δεν έχω δει κανέναν άλλον μαζί της. Τη βλέπω πάντοτε μόνη. Λυπάμαι και θυμώνω μαζί - είναι απλώς ένα παιδί! Χθες και προχθές αγόρασα πάλι μανταρίνια, παρόλο που δεν τα χρειαζόμουν… έχω αγοράσει  τσάντες και τσάντες από δαύτα. Η γυναίκα μου δεν ξέρει τι να τα κάνει πια και τα χαρίζουμε στη γειτονιά! Μα πώς αλλιώς να τη βοηθήσω;»
 «Κυρ-Μιχάλη, μιλάει ελληνικά το παιδί; Φώναξέ την να της μιλήσουμε, μπορείς;» Τα μάτια του Πάνου έδειχναν στενοχωρημένα.
«Παιδί μου, μιλάει, ναι,  κι εγώ να τη φωνάξω… μα δεν ξέρω τι γυρεύεις να καταφέρεις. Αγοράζεις, σε ευχαριστεί, φεύγει με άδεια χέρια και μετά από λίγο τη βλέπεις ξανά φορτωμένη, να περπατά πάλι στο δρόμο και να πηγαίνει παρακάτω, σε κάποιο άλλο μαγαζί. Κάποιος την περιμένει, κάποιος την εκμεταλλεύεται. Την έχω ρωτήσει, μα η μικρή φοβάται… έχει αποφύγει τις ερωτήσεις μου πάρα πολλές φορές.»
Ο Μιχάλης σήκωσε τους ώμους του προβληματισμένος, ξεφύσηξε και πήγε στην πόρτα να τη φωνάξει.
«Σοφία!»
Η μικρούλα ήρθε και μπήκε ντροπαλά στο μαγαζί, ντυμένη με τα απλά της ρούχα και με ένα αθώο βλέμμα στα μάτια. Καλημέρισε τον κυρ-Μιχάλη και τους νεαρούς, μα δεν πλησίασε πολύ κοντά τους, σαν να σεβόταν την παρέα. Τα μάτια της τους κοίταξαν, μα δεν μίλησε, ούτε παρακάλεσε. Απέμεινε περήφανα όρθια, στη γωνία, και περίμενε να της μιλήσουν.
«Σοφία σε λένε λοιπόν, ε;» μίλησε πρώτος ο Φίλιππος. «Από δω οι φίλοι μου, ο Δημήτρης και ο Πάνος. Κι εγώ είμαι ο Φίλιππος. Θέλεις να καθίσεις λίγο μαζί μας;»
Η Σοφία κάθισε, μα δεν βολεύτηκε. «Ευχαριστώ», τους είπε, «μα δεν μπορώ να μείνω πολύ…» Το βλέμμα της ταξίδεψε βιαστικά στο δρόμο, κοιτώντας με ένα μικρό πανικό, παρόλο που κανείς δεν στεκόταν εκεί.
«Σε περιμένει κάποιος έξω;» τη ρώτησε ο Πάνος.
Η μικρή δεν απάντησε, μόνο έδειξε τις τσάντες με τα μανταρίνια της.
«Πεινάς; Έχεις φάει; Θέλεις να φας κάτι;» Ο Πάνος δεν περίμενε για την απάντηση. «Κυρ-Μιχάλη, θα φτιάξεις στη Σοφία μας ένα τοστ;»
Όσο το τοστ ετοιμαζόταν, ο Πάνος παρατηρούσε τη μικρή. Είχε μια περηφάνια στο βλέμμα, μαζί μ΄ένα φόβο και μια παραίτηση. Ήταν καθαρή, αλλά δεν ήταν καλοζωϊσμένη.
«Είναι πρωί… Πώς και δεν είσαι στο σχολείο, δεν σου αρέσει;» τη ρώτησε. Τέτοια ώρα, τα κοριτσάκια της ηλικίας της έπρεπε να μαθαίνουν γράμματα, όχι να πουλάνε μανταρίνια στις γειτονιές.
«Δεν έχω πάει ποτέ στο σχολείο» του είπε, τρώγοντας το τοστ. «Μα θα μου άρεσε, φαντάζομαι…» Έδειξε τα βιβλία που ήταν παρατημένα σε μια καρέκλα, δίπλα στο τραπέζι τους. «Δικά σου είναι; Θέλω να μάθω να γράφω και να διαβάζω… Αλλά δεν μπορώ να πάω ακόμη στο σχολείο, δεν είναι η ώρα, έτσι λέει ο μπαμπάς». Η μικρή τελείωσε το τοστ, σηκώθηκε και τον κοίταξε απολογητικά: «Πρέπει να φύγω τώρα… λυπάμαι. Ευχαριστώ για το τοστ».
Ο Πάνος αγόρασε δυο τσάντες μανταρίνια με μισή καρδιά. Ένιωθε περίεργα, σαν ένοχος και σωστός μαζί. «Θα έρθεις και αύριο;» τη ρώτησε πριν φύγει. «Εδώ, εννοώ. Στου κυρ-Μιχάλη. Θα αγοράσω πάλι λίγα από τα μανταρίνια σου κι έπειτα λέω να σου μάθω να γράφεις το όνομά σου. Τι λες;»
Η μικρή στράφηκε, τον κοίταξε και για μια στιγμή, το βλέμμα της φωτίστηκε όλο προσμονή και εμπιστοσύνη. Την επόμενη στιγμή, έκανε μεταβολή και η φιγούρα της χάθηκε βιαστική, στην κίνηση του δρόμου.
Το επόμενο πρωί, ο Πάνος πήγε μόνος του στον καφενέ, με ένα μολύβι, μια γόμα και ένα χαρτί και περίμενε τη Σοφία. Εκείνη ήρθε, του έδωσε τα μανταρίνια της, έμεινε για λίγο παραπάνω κι όλα έγιναν όπως τα είχαν κανονίσει. Συναντήθηκαν με τον ίδιο τρόπο και την άλλη μέρα… και την επόμενη… και τη μεθεπόμενη.
Ο Πάνος όμως τα βράδια δεν μπορούσε πια να κοιμηθεί. Η σκέψη της μικρής τον είχε στοιχειώσει. Δεν ήξερε τι να κάνει. Να μιλήσει στην αστυνομία για την περίπτωσή της; Να απευθυνθεί σε κάποιον άλλο φορέα; Κανένα παιδί δεν έπρεπε να ζει έτσι, μα, τι θα συνέβαινε στη Σοφία αν αποδεικνυόταν ότι βρισκόταν παράνομα στη χώρα;
Να στήσει καρτέρι να βρει τον «προμηθευτή» της; Να του μιλήσει; Ο Πάνος ήταν σίγουρος πια ότι το πρόσωπο που την εφοδίαζε με τα μανταρίνια ήταν ο πατέρας της… Ένιωθε πως κάτι έπρεπε να κάνει, μα φοβόταν για την ασφάλειά της και δεν ήξερε πώς να κινηθεί, για να μην τη βάλει σε μεγαλύτερο κίνδυνο.
Το πρωί της έβδομης ημέρας, ο Πάνος σηκώθηκε άυπνος από το κρεβάτι, μα αποφασισμένος να κινηθεί πιο δραστικά στο ραντεβού τους. Η εικόνα του μικρού αγγέλου με τα μανταρίνια, που ήθελε απεγνωσμένα να μάθει να γράφει και να διαβάζει και που ποτέ δεν μπορούσε να βρει χρόνο γι΄αυτό όσο θα ήθελε, του είχε γίνει εμμονή. Αποφάσισε να μιλήσει μαζί της για την πρόθεσή του να τη βοηθήσει και να δει τι θα του έλεγε κι εκείνη.
Πήγε στον καφενέ και περίμενε. Περίμενε ως το απόγευμα. Η Σοφία δεν φάνηκε. Ούτε την άλλη μέρα, ούτε καμία από τις επόμενες. Σαν να είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης… κάτι που επιβεβαίωσε περίλυπος κι ο κυρ-Μιχάλης: ούτε εκείνος, ούτε κάποιος άλλος μαγαζάτορας την είχε ξαναδεί να περπατά στη γειτονιά.
Απαρηγόρητος, ο Πάνος έγειρε πάνω στο Μιχάλη:
«Γνώρισα μια Σοφία…» του είπε, «μα ολόκληρος άντρας δεν είχα τη σοφία να τη βοηθήσω, τότε που μπορούσα και έπρεπε…»
Ο κυρ-Μιχάλης δεν είχε τι να του πει για να τον συμβουλεύσει. Κάθισε δίπλα του κι απέμειναν κι οι δυο να κοιτούν έξω, στο δρόμο… ένα δρόμο όπου τόσες και τόσες Σοφίες είχαν περπατήσει, ένα δρόμο όπου τόσες και τόσες Σοφίες είχαν χαθεί.



Η παρέα των νεαρών, ο κυρ-Μιχάλης και ο χώρος
του καφενέ είναι προϊόντα μυθοπλασίας.
Τα γεγονότα και οι καταστάσεις της ιστορίας
έχουν πολύ μεγάλη σχέση με την πραγματικότητα…
Η «Σοφία» μακάρι να βρίσκεται ακόμη κάπου εκεί έξω.
Και μακάρι να είναι καλά.



Οι "Ιστορίες του καφενέ" βασίζονται σε μια ιδέα της Μαρίας Κανελλάκη (Απάγκιο). Το συντονισμό έχει αναλάβει η Αριστέα στο ιστολόγιό της και για να εξηγήσω περί τίνος πρόκειται, μεταφέρω εδώ τα λόγια της: 

Στις "Ιστορίες του καφενέ", ξεδιπλώνουμε μικρές αυτοτελείς - κατά κάποιο τρόπο - ιστορίες θαμώνων ενός καφενείου (ερωτικό καβγαδάκι, πρώτο ραντεβού, συνάντηση παρέας παλιών συμμαθητών - ό,τι σκεφτεί ο καθένας μας). Κάθε ιστορία έχει τον δικό της τίτλο.


Συμμετέχουν οι εξής:
(ιστολόγια, φίλοι ιστολογίων)

Δημήτρης Ασλάνογλου, θα φιλοξενηθεί από την Αριστέα
Γλαύκη, θα φιλοξενηθεί από http://pistos-petra.blogspot.gr/
Κατερίνα Βερίγκα, http://positive-thinking-greece.blogspot.gr
Κλαυδία, θα φιλοξενηθεί από http://pistos-petra.blogspot.gr/
Κατερίνα Βαλσαμίδη, http://apopsitexnis.blogspot.gr
Μαρία(me maria),  http://mytripssonblog.blogspot.gr/
Μαρία Κανελλάκη, http://toapagio.blogspot.gr/
Πέτρος (Ακυβέρνητος) http://akivernitos.blogspot.gr/


Δημοσιευμένες Ιστορίες

Δημήτρης Ασλάνογλου, "Κι όμως είπε αλήθεια" (Φιλοξενήθηκε από την @ριστέα)
Μαριλένα, Στη βροχή
Έλλη (Funky Monkey), Σοφία
Λεβίνα, Ο παπατζής (2η συμμετοχή)
Μαρία Κανελλάκη, "What is baklavas?"
Katerina koko, Η συνέντευξη 
Πέτρος, Το αντάμωμα
Έλενα, Stop!
Γλαύκη, Πέρα και πάνω από αυτό (Φιλοξενήθηκε από την Petra)
Βερόνικα (censurasigloXXI, Ισπανίδα που γράφει στα ελληνικά), (χωρίς τίτλο)
Δέσποινα, Αυτή η φύση, Μέρος 1ο
Δέσποινα, Αυτή η φύση, Μέρος 2ο
Κλαυδία, Η εγγονή της Μαρουλίας (Φιλοξενήθηκε από την Petra)



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...