Σχεδόν τη μισή μου ζωή την έζησα σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, συνυπάρχοντας αναγκαστικά μ΄ένα μακρύ αλλά στενό μπαλκόνι, με τους πάνω, τους κάτω, τους δίπλα και με τη φασαρία και τη σκόνη του δρόμου. Η μητέρα μου έκανε τα αδύνατα-δυνατά για να ξεχνάμε την όψη του δρόμου, έτσι το μπαλκόνι μας ήταν σπαρμένο με γλάστρες, δημιουργώντας μια όαση λουλουδιών.
Μεγάλωσα, άφησα τη φωλιά μου και πέταξα για να σπουδάσω, μένοντας πάλι σε διαμέρισμα. Όμως, διάλεξα να μείνω σε δώμα, παράνομο μεν, στην ταράτσα της πολυκατοικίας δε. Σπούδασα στο Βόλο, κι είχα τη χαρά να βλέπω την πόλη να απλώνεται, το βουνό να πρασινίζει, τη θάλασσα να στραφταλίζει, να έχω γατούλα και να νομίζω ότι μένω σε μονοκατοικία - όλοι ήταν κάτω από μένα, και πάνω από μένα ο ουρανός, όπου συχνά-πυκνά χάζευα πεφταστέρια. Ακόμη μου λείπει εκείνο το σπίτι όπου έζησα 4 χρόνια, χωρίς να είναι κάτι σπουδαίο, όντας όμως το πρώτο καταδικό μου σπίτι.
Στο μεταξύ, οι γονείς μου πήραν τη μεγάλη απόφαση: απέκτησαν με τα χίλια ζόρια ένα σπίτι μικρό (κουκλόσπιτο είναι, και ευτυχώς σκέφτηκαν σωστά για το μέλλον, γιατί αργότερα ήρθε ο ΕΝΦΙΑ...) με έναν τεράστιο κήπο, και σταμάτησαν να μένουν σε διαμέρισμα με ενοίκιο. Παράλληλα, απέκτησα κι εγώ τη δική μου μονοκατοικία, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, για μια άλλη φορά.
Η μητέρα μου έδωσε (και δίνει) την ψυχή της στον κήπο της. Με πολλή προσωπική εργασία και με πολύ μεράκι και αγάπη για τα φυτά, δημιούργησε σιγά-σιγά μια νέα χώρα, τη χώρα των λουλουδιστών θαυμάτων.
Κάθε φορά που επισκέπτομαι αυτή τη χώρα (και το κάνω συχνά!) τα πόδια μου βυθίζονται στο πυκνό γρασίδι...
Όλα με περιμένουν και μου ανοίγουν την αγκαλιά τους.
Τα άνθη υψώνονται αγέρωχα και μου δείχνουν τις
πολύχρωμες, απαλές και βελουδένιες τους φορεσιές.
Οι καρποί με καλούν να τους γευτώ.
Κάποια δέντρα μου ζητούν να μη βιάζομαι, να περιμένω.
Θα χρειαστεί χρόνος για να μεγαλώσουν τα δικά τους παιδιά.
Ο μικρός μου φίλος, που δεν απέκτησε ποτέ του όνομα, με περιμένει κι αυτός.
(Οι ιδιοκτήτες του ακόμη θρηνούν τον απρόσμενο χαμό του προκατόχου του, και τούτον δεν τον βάφτισαν ποτέ. Ίσως να'ναι μια ψυχολογική άμυνα, μην τα φέρει πάλι έτσι ο χρόνος και ο καιρός και αναγκαστούν να θρηνήσουν κι αυτόν, χρησιμοποιώντας ξανά ένα όνομα... Οπότε, ο μικρός μου φίλος παραμένει ένας John Doe).
Τον κοιτώ και θυμάμαι το τρομαγμένο του βλέμμα, όταν πρωτοήρθε στο σπίτι. Άγριος και φοβισμένος, δεν άφηνε κανέναν να τον πλησιάσει... και ταυτόχρονα, το ήθελε πολύ.
Με μια άψογα σχεδιασμένη καρδιά από τη μια μεριά, και μια άψογα σχεδιασμένη σιδηρογροθιά από την άλλη, ήταν εμφανής η αντίληψή του για τη ζωή και η προσαρμοστικότητά του σε αυτή, αφού ξεκίνησε ως ένας γάτος του δρόμου.
Ευτυχώς για εκείνον και για μας, η καρδιά υπερίσχυσε.
Πλέον έχει μεγαλώσει και έρχεται για ένα χάδι
- όποτε θέλει, φυσικά! Η φύση του δεν άλλαξε.
Αυτό που άλλαξε, είναι το βλέμμα του.
Στη χώρα των λουλουδιστών θαυμάτων, με περιμένει και το παιδικό μου απωθημένο... με το συνεχές πες - πες, έπεισα τους γονείς μου και μου την έφτιαξαν.
Και να'μαι, 33 χρονών ολόκληρο παιδί, να τρέχω κοντά της, πάνω στο χορταριασμένο διαδρομάκι - στο χέρι μου δεν κρατώ γλειφιτζούρια πια, αλλά καφέ και τσιγάρο... παρόλα αυτά, εκείνη με δέχεται αδιαμαρτύρητα.
Κάθομαι στην αγκαλιά της και ρεμβάζω τα χρώματα.
Μου αρέσει να ανακαλύπτω σχήματα και μορφές στα φύλλα. Όποιος πιστεύει ότι μόνο τα σύννεφα έχουν την ικανότητα να παίρνουν διάφορες μορφές, σίγουρα δεν έχει παρατηρήσει τα φύλλα των δέντρων!
Να, ένα "πουλί".
Σπουργίτης ο φυλλοβόλος (!)
Γύρω μου υψώνονται κτίρια, μα δεν με νοιάζει. Ξέρω ότι κάτω, εδώ χαμηλά, βρίσκεται ο Παράδεισος. Τον προτιμώ, χίλιες φορές...
Το διαμέρισμα των παιδικών μου χρόνων δε μου λείπει καθόλου. Φαντάζομαι καταλάβατε γιατί, μόνο και μόνο βλέποντας τις φωτογραφίες. Όταν έχεις βρεθεί στη χώρα των λουλουδιστών θαυμάτων, πώς να θες μετά να γυρίσεις πίσω σ΄ένα κουτί στην Τσιμεντούπολη;
→ Η ανάρτηση αυτή αφιερώνεται στη Μαρία (mytripsonblog) και συμμετέχει στο Life Images #17, όπου καλούμαστε να πούμε μια ιστορία, με φόντο τις τριανταφυλλιές.